... και συγκεκριμένα στο γνωστό και μη εξαιρετέο Ευβοιώτικο χωρίον που αντιστέκεται όσο μπορεί στην κρίση (εσωτερικό αστείο, σε αυτόν που αναφέρομαι θα καταλάβει) και ξέρει ακόμη να γλεντάει όσο και όποτε μπορεί.
Παρασκευή βράδυ με τα πολλά, ξεκινώ απευθείας μετά τη δουλειά για να παραβρεθώ στο ένα από τα δύο κοσμικά γεγονότα του μήνα (για το άλλο θα ενημερωθείτε εγκαίρως), δηλαδή στη γιορτή του κολλητού. Παρότι γνώριζα καλά ότι αποκλείεται να με αφήσουν τα τηλέφωνα να ησυχάσω όπως θα το ήθελα, δεν το έχανα για δεύτερη χρονιά με τίποτα. Έφτασα που λέτε κατά τις 9 το βράδυ κι όπως ήμουν με τσάντες, τσαντάκια, κινητά κι ακίνητα πήγα κατευθείαν στην εργασία του κολλητού, τη γνωστή και λατρεμένη ψαροταβέρνα της περιοχής. Μετά από αγκαλιές, φιλιά κλπ συγκινητικά (όπως: που χάθηκες βρωμόσκυλο, κι άλλα που η ανατροφή μου δεν μ' αφήνει να περιγράψω εδώ), κάθισα σ' ένα τραπεζάκι περιμένοντας να σχολάσει ο φίλος. Λίγο κρασάκι κι αρκετά επαγγελματικά τηλεφωνήματα μετά φύγαμε για το σπίτι (μεγάλη παρένθεση: αντιστάθηκα σ' όλα τα κουτσομουράκια, γαβράκια, κλπ θαλασσινά κι όχι μόνο εδέσματα που περνούσαν μπροστά από τη μύτη μου για να μπορέσουμε να χαρούμε το μετά καλύτερα). Ψόφιοι αλλά χαρούμενοι που ξανασμίγαμε πήγαμε σπίτι του όπου μας περίμεναν η σύζυγος κι η θυγατέρα (και κάτι σκυλιά που δεν θα αναφερθώ περαιτέρω σε αυτά γιατί ζηλεύει κι η Tamar μου). Μεζές στα γρήγορα (μια και τα μαγαζιά της περιοχής δεν κρατούν ως αργά τέτοιο καιρό), καλό κρασάκι και παρεούλα από τα παλιά (και καλά). Είπαμε να πέσουμε νωρίς μια και η αυριανή θα ήταν μια "γεμάτη ημέρα".
Εγώ πάλι αφού κατάφερα σε γενικές γραμμές να αντεπεξέλθω στο δύσκολο έργο επιτήρησης του αμνού, κοντοσουβλίου και πουλερικών που σιγοψήνονταν ένιωσα ότι πλέον είμαι έτοιμος για όλα (μη νομίζετε ότι πρόκειται για κάτι εύκολο, από μακριά μου φαινόταν κι εμένα κάποτε).
εδώ η αφεντιά μου το παίζει ότι ψήνει για χάριν της φωτογράφισης, προσέξτε το φλου της φωτογραφίας, αποκλειστικός υπεύθυνος ο μούστος που σιγοβράζει ακόμη μέσα μας...
Με τα πολλά κι αφού ξεσουβλίσαμε, τεμαχίσαμε και κάναμε αρκετές άλλες πρωτόγονες τελετουργικές πράξεις, ανεβήκαμε για ένα ντουζάκι ώστε να φύγει η τσίκνα μιας κι οι πρώτοι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να καταφθάνουν. Αφού μαζευτήκαμε αρκετοί (ουκ έστιν αριθμός, πάντως μαζί με τα ζωντανά και τα παιδιά πάνω από 30) και μετά το καταβρόχθισμα αρκετών εκ των εδεσμάτων (εκτός των κρεατικών, αρκετές πίτες, πιτάκια, σαλατικά, πατάτες, ρύζια κ.ά συνοδευτικά), και άφθονο κρασί, είπαμε να περάσουμε στο γλυκό και τα ουίσκι (δεν καταφέραμε ποτέ να μετρήσουμε τα μπουκάλια που καταναλώθηκαν), η μουσική δυνάμωσε κι ο χορός στήθηκε για τα καλά...
εδώ σε τσιφτετέλι ο εορτάζων κολλητός μετά του ανιψιού πάνω στο τραπέζι, οι υπόλοιποι κρατούσαμε το τραπέζι και μαζεύαμε τα ποτήρια για όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες...
Μην γνωρίζοντας πλέον τι έχουμε ακριβώς πιει (γιατί φάει δεν είχαμε και πολύ τελικά, ιδίως εμείς οι ψήστες) κι έχοντας διασκεδάσει πραγματικά, αποφασίσαμε να το διαλύσουμε (μιας και με μαρτυρία - ανεπιβεβαίωτης από άλλον πρέπει να τονίσω - ο εορτάζων αλληθώριζε προς το τέλος, μπορεί να συμβεί αυτό από κατανάλωση αλκοόλ;).
Το πρωί - άντε προς μεσημέρι - Κυριακής και μετά από 1-2 καφέδες, είπαμε να ξαναστρωθεί το τραπέζι για να φάμε / πιούμε και τα υπόλοιπα, με τη μισή σχεδόν χθεσινοβραδινή παρέα. Στα χωριά είθισται τελικά να κρατούν 48ώρο οι εορτές, κι αφού πίναμε εναλλάξ καφέ / κρασί, εκεί κατά το απόγευμα είπα να πάρω το δρόμο της επιστροφής.
Πάντα όταν έφευγα από ένα μέρος μου στοίχιζε, πάντα βγάζω εισιτήριο μιας κατεύθυνσης και ποτέ μετ' επιστροφής παρότι είναι φθηνότερο, ίσως γιατί ποτέ δεν ξέρω αν θα επιστρέψω, ίσως γιατί μου είναι πιο δύσκολο να φεύγω παρά να έρχομαι...
Όμορφα πέρασα, όμορφα περνάω, είναι στο χέρι μας να κάνουμε μικρές ή μεγάλες αποδράσεις, είναι στο χέρι μας να περνάμε καλά όπου κι αν βρεθούμε, πόσο μάλλον με ανθρώπους που αγαπάμε βαθιά, και του χρόνου φίλε.
Σάββατο ευτυχώς δεν με ξύπνησαν νωρίς τα τηλέφωνα και μετά από δύο - σχετικά - γρήγορους καφέδες στρωθήκαμε στη δουλειά: έπρεπε κάποιος να βοηθήσει στο σούβλισμα... Γιατί ψαροχώρι το μέρος αλλά στις γιορτές και τα καλά τον σουβλίζουν τον οβελία. Οποία τύχη για κάποιον που μόνο ζωντανά τα αντέχει τα αμνοερίφια... Αρχικά λοιπόν έπρεπε να κρατήσω κόντρα για να περάσει η σούβλα... what? τέτοιο βάρβαρο πράγμα δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσα να το κάνω, τι κι αν έταξα σε όλους τους παρευρισκόμενους τα καλύτερα, τι κι αν ικέτεψα έστω για χειρουργικά γάντια κι ένα mp3 για να μην ακούσω το ανατριχιαστικό κρακ όταν θα διαπερνά η σούβλα το κρανίο του άτυχου αμνού... μάταια, έπρεπε να αναλάβω τη δύσκολη αποστολή.
Αφού πέρασα το δυσκολότερο σημείο (έτσι νόμιζα) της υπόθεσης, τοποθετήσαμε - το πρώην χαρούμενο ζωντανό που κάποτε έβοσκε και χοροπηδούσε χαρούμενο στους αγρούς - τη σούβλα πάνω στην ψησταριά και περιμέναμε να ψηθεί σιγά - σιγά. Πέντε ώρες περιμέναμε να ψηθεί η προβάτα, μαζί κι ένα νοστιμότατο κοντοσούβλι home made με περίσσια μαστοριά μαριναρισμένο και περασμένο, και κάτι κοτόπουλα που όλο λέγαμε: να τα βάλουμε τώρα; όχι μωρέ μη βιάζεσαι (και που κάψαμε ίσως λίγο, αλλά ποιος ασχολήθηκε μαζί τους τελικά;). Αυτές οι πέντε ώρες πέρασαν με πολύ χαβαλέ, κάμποσα ποτηράκια από το άγουρο κρασάκι (που αντί να βράζει ήσυχο στο βαρελάκι αποφασίσαμε να βράσει στα στομάχια μας), μερικά δύσκολα επαγγελματικά τηλεφωνήματα που ευτυχώς ξεπέρασα με αρκετή ευκολία, λίγο μεζέ - που έγινε λιγότερος μιας και μας βούτηξε μέρος του το εξωτερικό σκυλί, ναι υπάρχει κι άλλο του σαλονιού, Tamar μην βλέπεις είπα τι γράφω... - αλλά πάνω απ' όλα με έναν άνθρωπο που μου λείπει και μαζί του περνάω πολύ καλά.
Εγώ πάλι αφού κατάφερα σε γενικές γραμμές να αντεπεξέλθω στο δύσκολο έργο επιτήρησης του αμνού, κοντοσουβλίου και πουλερικών που σιγοψήνονταν ένιωσα ότι πλέον είμαι έτοιμος για όλα (μη νομίζετε ότι πρόκειται για κάτι εύκολο, από μακριά μου φαινόταν κι εμένα κάποτε).
εδώ η αφεντιά μου το παίζει ότι ψήνει για χάριν της φωτογράφισης, προσέξτε το φλου της φωτογραφίας, αποκλειστικός υπεύθυνος ο μούστος που σιγοβράζει ακόμη μέσα μας...Με τα πολλά κι αφού ξεσουβλίσαμε, τεμαχίσαμε και κάναμε αρκετές άλλες πρωτόγονες τελετουργικές πράξεις, ανεβήκαμε για ένα ντουζάκι ώστε να φύγει η τσίκνα μιας κι οι πρώτοι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να καταφθάνουν. Αφού μαζευτήκαμε αρκετοί (ουκ έστιν αριθμός, πάντως μαζί με τα ζωντανά και τα παιδιά πάνω από 30) και μετά το καταβρόχθισμα αρκετών εκ των εδεσμάτων (εκτός των κρεατικών, αρκετές πίτες, πιτάκια, σαλατικά, πατάτες, ρύζια κ.ά συνοδευτικά), και άφθονο κρασί, είπαμε να περάσουμε στο γλυκό και τα ουίσκι (δεν καταφέραμε ποτέ να μετρήσουμε τα μπουκάλια που καταναλώθηκαν), η μουσική δυνάμωσε κι ο χορός στήθηκε για τα καλά...
εδώ σε τσιφτετέλι ο εορτάζων κολλητός μετά του ανιψιού πάνω στο τραπέζι, οι υπόλοιποι κρατούσαμε το τραπέζι και μαζεύαμε τα ποτήρια για όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες...Μην γνωρίζοντας πλέον τι έχουμε ακριβώς πιει (γιατί φάει δεν είχαμε και πολύ τελικά, ιδίως εμείς οι ψήστες) κι έχοντας διασκεδάσει πραγματικά, αποφασίσαμε να το διαλύσουμε (μιας και με μαρτυρία - ανεπιβεβαίωτης από άλλον πρέπει να τονίσω - ο εορτάζων αλληθώριζε προς το τέλος, μπορεί να συμβεί αυτό από κατανάλωση αλκοόλ;).
Το πρωί - άντε προς μεσημέρι - Κυριακής και μετά από 1-2 καφέδες, είπαμε να ξαναστρωθεί το τραπέζι για να φάμε / πιούμε και τα υπόλοιπα, με τη μισή σχεδόν χθεσινοβραδινή παρέα. Στα χωριά είθισται τελικά να κρατούν 48ώρο οι εορτές, κι αφού πίναμε εναλλάξ καφέ / κρασί, εκεί κατά το απόγευμα είπα να πάρω το δρόμο της επιστροφής.
Πάντα όταν έφευγα από ένα μέρος μου στοίχιζε, πάντα βγάζω εισιτήριο μιας κατεύθυνσης και ποτέ μετ' επιστροφής παρότι είναι φθηνότερο, ίσως γιατί ποτέ δεν ξέρω αν θα επιστρέψω, ίσως γιατί μου είναι πιο δύσκολο να φεύγω παρά να έρχομαι...
Όμορφα πέρασα, όμορφα περνάω, είναι στο χέρι μας να κάνουμε μικρές ή μεγάλες αποδράσεις, είναι στο χέρι μας να περνάμε καλά όπου κι αν βρεθούμε, πόσο μάλλον με ανθρώπους που αγαπάμε βαθιά, και του χρόνου φίλε.






