Η Ισμήνη θέλοντας να ανταποδώσει την υποχρέωση στην κοκκινοφουστίτσα και να τελειώνει με αυτή (δεν την πολυχώνευε κιόλας), έδωσε εντολή στο στράτευμα να ακολουθήσει την Ευρυδίκη και τον Ραταρά στο διπλανό χωριό, όπου υπήρχε ένα χάνι κι ένα "σπίτι" που θα μπορούσαν να ξεχαρμανιάσουν όσοι θα ήθελαν.
Η ίδια σαν συνοδεία πήρε καμιά 20αριά από τα ρεμάλια του "στρατού" της, την Κάζουλα και τα 2 κοράκια της. Το τρίτο το άφησε πίσω ώστε να της μεταφέρει τα γεγονότα (ήταν και το πιο "ρουφιάνικο" από όλα, ότι γινόταν χαρτί και καλαμάρι στη βασίλισσα, είχε και το ψευδώνυμο "ο Αρτέμης" για κάποιο ανεξήγητο λόγο).
Ακολουθώντας την Λικούλα λοιπόν, και περνώντας το μεγάλο ποτάμι που χώριζε την Ανατολική με την Δυτική Λοκομαρκία κοντοστάθηκαν για λίγο μετά το νεύμα της βασίλισσας: σταματήστε κι ακούστε τους είπε...
Κάπου κοντά ακουγόταν μια βραχνή κι ιδιαίτερα λυπημένη γυναικεία φωνή που τραγουδούσε κάτι που δεν είχε ξανακουστεί στο βασίλειο, η βασίλισσα πλησίασε προς το μέρος της γυναίκας με τη συνοδεία της Κάζουλα (που περισσότερο περίεργη ήταν στο να δει τι χρησιμοποιούσε η γυναίκα για να πλένει τα ασπρόρουχα παρά για το ίδιο το τραγούδι, ήταν του εντέχνου η λεκάνα βλέπετε). Όταν έφτασε κοντά της διέκρινε μια σκουρόχρωμη γυναίκα που γύρισε και την κοίταξε έντρομη κάπως, στη βασίλισσα έκαναν εντύπωση τα κατσαρά της μαλλιά και τα μεγάλα της χείλια και μάτια:
-τι τραγουδάς καλή μου; ρώτησε η βασίλισσα (προσπαθώντας να κρύψει την όποια της έκπληξη),
-αχ κυρά μου, είπε η γυναίκα, για τον ανεκπλήρωτο γάμο μου με τον Τρέμπορ Νοσνότζ εκεί μακριά από την άλλη μεριά της γης, αφού με γλέντησε (όπως εκατοντάδες άλλες) με παράτησε στα γρήγορα κι εγώ από την απελπισία μου πήρα το πρώτο καράβι που βρήκα μπροστά μου, κι αφού πέρασα πολλές κακουχίες στο ταξίδι - για την ακρίβεια με βίασαν όλοι οι ναύτες - έφτασα εδώ και πλένω τα ασπρόρουχα όλων των κυριών Ανατολικής και Δυτικής ακτής για να τα φέρω βόλτα.
-Το τραγούδι σου όμως αυτό τι είναι; την ρώτησε με απορία η βασίλισσα, δεν έχω ξανακούσει κάτι τέτοιο,
-Ζουμπλ το λέω κυρά μου, έτσι μου ήρθε από τον πόνο και μου βγήκε ασυναίσθητα αυτός ο ρυθμός...
Εντυπωσιασμένη η βασίλισσα από την ιστορία κι αφού της αποκάλυψε την ιδιότητα που είχε της ζήτησε να την ακολουθήσει με μόνη εντεταλμένη εργασία να της τραγουδά όποτε το επιθυμούσε. Το σπίτι της κοκκινοφουστίτσας ξεπρόβαλε στο βάθος, ενώ η Κάζουλα είχε τρελάνει στις ερωτήσεις το νέο σκουρόχρωμο μέλος της ομάδας:
-πως σε λένε;
-Μαφαγκούλα,
-και με τι πλένεις;
-με στάχτη
-και πως έλεγαν το καράβι που σε έφερε εδώ;
-πας καλά κορίτσι μου; θες να σε περάσουν όλοι οι ναύτες;
-ε χμ, όχι καλέ, από περιέργεια ρωτάω κ.ά τέτοια περιλάμβανε η κουβέντα τους
Η κοκκινοφουστίτσα με το που αντίκρισε από μακριά την βασίλισσα με την ακολουθία της έτρεξε προς το μέρος της και την αγκάλιασε κλαίγοντας, καλή μου Ισμήνη ευχαριστώ που ήρθες κόπιασε στο φτωχικό μου, ενώ ρίχνοντας μια άγρια ματιά στη Λικούλα της γρύλισε (είχε μάθει κάτι κι από τον αγαθολύκο τόσα χρόνια), εσύ να πας να κόψεις κανένα ξύλο και να βάλεις φωτιά στο φούρνο, να κεράσουμε κάτι στα παιδιά που είναι κουρασμένα, ενώ η Λικούλα βρίζοντας και κλωτσώντας το παγόνι έλεγε μες από τα δόντια της: εγώ φταίω που κάθομαι μαζί σας και σας νταντεύω και δεν πήγα να κάνω καριέρα στην πόλη, την τύχη μου μέσα...
Περνώντας στο σπίτι, που κάθε άλλο παρά φτωχικό ήταν - με τα αίθρια, τις μεγάλες γούρνες όπου έπαιρναν το μπάνιο τους οι κυρίες και άλλα κομφόρ που μόνο στο παλάτι έβλεπες - κάθισαν οι δυo τους δίπλα στο τζάκι, αρχικά η Ισμήνη παρατήρησε ότι είχε γεράσει απότομα (όχι ότι ήταν και παιδούλα, σίγουρα στο ληξιαρχείο είχε κλέψει καμιά 10αριά χρονάκια), αλλά η βασίλισσα χωρίς χρονοτριβή μια και βιαζόταν την ρώτησε:
-καταρχήν που είναι αυτός ο αγαθολύκος; κι έπειτα τι τρέχει; πάλι τσακωθήκατε;
-τον έστειλα να κυνηγήσει να φάμε τίποτα για να έχουμε την ησυχία μας, για αυτό τον άχρηστο σε φώναξα, μήπως και μου δώσεις κανένα γιατροσόφι ή καλή συμβουλή γιατί δεν αντέχεται πλέον...
-γιατί μαρή κοκκίνω (έτσι την φώναζε κατ' ιδίαν) τι έκανε πάλι ο βλαμμένος;
-αυτό είναι το θέμα μας, δεν κάνει τίποτα... όταν τον γνώρισα θα θυμάσαι ότι αρχικά με βίασε κι έφαγε την μάνα μου, ήταν ένα σκέτο κτήνος, για αυτό και τον αγάπησα που κακό χρόνο να έχει...
-μην καταριέσαι σου έχω πει, είναι ότι χειρότερο, σου γυρνάει πίσω
-καλά δεν καταριέμαι, αλλά με τον καιρό από κακός έγινε καλός, δεν άντεχε προφανώς να είμαστε δύο κακοί μαζί, ήταν κι αυτό το ζαβό το έκθετο που έσερνε από τον προηγούμενο βιασμό που είχε κάνει με την Λίσλη, να μη την χαιρετήσω για μάγισσα.
-Έλα, πλάκα κάνεις; δικό της είναι; και λέω κάτι μου θυμίζει αυτή η μύτη...
-έτσι, και μου έμεινε ο τριχωτός σκυλάκος που κάνει ότι του λέω (όχι απαραίτητα κακό), που ζηλεύει ακόμη και το παγόνι και που έχει να μου το κάνει εδώ και 3 εβδομάδες... έχω πέσει να πεθάνω σου λέω...
-και δεν μου έκοψε να φέρω παρέα τον Ραταρά να σε βοηθήσει λίγο στο τελευταίο θέμα σου...
-σε παρακαλώ Ισμήνη, δεν κάνω τέτοια εγώ...
-τι δεν κάνεις ρε κοκκίνω, θα ξεχάσω τότε με εκείνο τον βαρεμένο ζωγράφο που έφτιαχνε κάτι μάτια και δέντρα που χυνόντουσαν σα να είχαν πυρετό τα καημένα, τα έβλεπες και σκιαζόσουν, κι αυτός, με εκείνο το μουσάκι και το μάτι του τρελού, μα τι σου άρεσε;
-η τέχνη του, ο ο Ιλάντ ήταν σπουδαίος, κι είδες μετά θάνατο πόση αξία πήραν τα έργα του
-ναι η τέχνη του κι η έρμη του σου άρεσε...
-α να χαθείς Ισμήνη, τίποτα δεν είχαμε κάνει...
-ναι καλά, πλατωνικός έρωτας εσύ; που το μόνο πλατωνικό που ξέρεις είναι το σεξ με τον πλάτανο στο ποτάμι
-αν ήρθες να ρίξεις λάδι στη φωτιά κι όχι να βοηθήσεις άστο καλύτερα
-έχε χάρη που σου χρωστάω, τότε που με έσωσες (ας πούμε) από εκείνη την επίθεση των ληστών, που με το που είδαν την κόκκινη κοντή φουστίτσα σου όρμησαν και την γλύτωσα, αλήθεια τους πήρες όλους;
-ε σταμάτα τώρα, για καλό το έκανα, εξάλλου μόνο 6 ήταν, γρήγορα τους ξεπέταξα
-εντάξει, πάμε στο θέμα μας γιατί δεν έχω και πολύ χρόνο, πρέπει να επιστρέψω στα ρεμάλια και να πάμε στην μάγισσα μπας και μας σώσει με εκείνη την κότα που μιλάει και λέει τα μελλούμενα, έχω κι εγώ πολλά προβλήματα η βασίλισσα
-αυτό είναι ευκαιρία, πάρε κανένα μαντζούνι από τα καλά, εκείνα τα μπλε, από την Λίσλη μπας και γίνει τίποτα και δω κι εγώ χαρά, αν δεν γίνει κάτι γρήγορα την επόμενη φορά θα τον δεις βαλσαμωμένο πάνω από το τζάκι σου λέω
-να φεύγω καλύτερα κοκκίνω, κάποιο περίεργο προαίσθημα έχω με τα ρεμάλια πίσω, θα κάτσουμε για φαγητό στο γυρισμό, σε λίγες ημέρες με το καλό θα είμαι πάλι εδώ
-εντάξει Ισμήνη, καλό δρόμο και θα σε περιμένω
Το κοράκι (ο Αρτέμης) ερχόταν με πολύ φόρα προς τη βασίλισσα, το προαίσθημα δεν την είχε προδώσει για μια ακόμη φορά, η Ισμήνη φωνάζοντας στην ακολουθία της (και μη δίνοντας σημασία στα πλουμιστά φτερά που πετούσαν στον αέρα και την αναταραχή που επικρατούσε στην αυλή της κοκκινοφουστίτσας) πήρε το δρόμο προς το χωριό, ενώ το κοράκι στον ώμο της έλεγε τα καθέκαστα.
Η ίδια σαν συνοδεία πήρε καμιά 20αριά από τα ρεμάλια του "στρατού" της, την Κάζουλα και τα 2 κοράκια της. Το τρίτο το άφησε πίσω ώστε να της μεταφέρει τα γεγονότα (ήταν και το πιο "ρουφιάνικο" από όλα, ότι γινόταν χαρτί και καλαμάρι στη βασίλισσα, είχε και το ψευδώνυμο "ο Αρτέμης" για κάποιο ανεξήγητο λόγο).
Ακολουθώντας την Λικούλα λοιπόν, και περνώντας το μεγάλο ποτάμι που χώριζε την Ανατολική με την Δυτική Λοκομαρκία κοντοστάθηκαν για λίγο μετά το νεύμα της βασίλισσας: σταματήστε κι ακούστε τους είπε...
Κάπου κοντά ακουγόταν μια βραχνή κι ιδιαίτερα λυπημένη γυναικεία φωνή που τραγουδούσε κάτι που δεν είχε ξανακουστεί στο βασίλειο, η βασίλισσα πλησίασε προς το μέρος της γυναίκας με τη συνοδεία της Κάζουλα (που περισσότερο περίεργη ήταν στο να δει τι χρησιμοποιούσε η γυναίκα για να πλένει τα ασπρόρουχα παρά για το ίδιο το τραγούδι, ήταν του εντέχνου η λεκάνα βλέπετε). Όταν έφτασε κοντά της διέκρινε μια σκουρόχρωμη γυναίκα που γύρισε και την κοίταξε έντρομη κάπως, στη βασίλισσα έκαναν εντύπωση τα κατσαρά της μαλλιά και τα μεγάλα της χείλια και μάτια:
-τι τραγουδάς καλή μου; ρώτησε η βασίλισσα (προσπαθώντας να κρύψει την όποια της έκπληξη),
-αχ κυρά μου, είπε η γυναίκα, για τον ανεκπλήρωτο γάμο μου με τον Τρέμπορ Νοσνότζ εκεί μακριά από την άλλη μεριά της γης, αφού με γλέντησε (όπως εκατοντάδες άλλες) με παράτησε στα γρήγορα κι εγώ από την απελπισία μου πήρα το πρώτο καράβι που βρήκα μπροστά μου, κι αφού πέρασα πολλές κακουχίες στο ταξίδι - για την ακρίβεια με βίασαν όλοι οι ναύτες - έφτασα εδώ και πλένω τα ασπρόρουχα όλων των κυριών Ανατολικής και Δυτικής ακτής για να τα φέρω βόλτα.
-Το τραγούδι σου όμως αυτό τι είναι; την ρώτησε με απορία η βασίλισσα, δεν έχω ξανακούσει κάτι τέτοιο,
-Ζουμπλ το λέω κυρά μου, έτσι μου ήρθε από τον πόνο και μου βγήκε ασυναίσθητα αυτός ο ρυθμός...
Εντυπωσιασμένη η βασίλισσα από την ιστορία κι αφού της αποκάλυψε την ιδιότητα που είχε της ζήτησε να την ακολουθήσει με μόνη εντεταλμένη εργασία να της τραγουδά όποτε το επιθυμούσε. Το σπίτι της κοκκινοφουστίτσας ξεπρόβαλε στο βάθος, ενώ η Κάζουλα είχε τρελάνει στις ερωτήσεις το νέο σκουρόχρωμο μέλος της ομάδας:
-πως σε λένε;
-Μαφαγκούλα,
-και με τι πλένεις;
-με στάχτη
-και πως έλεγαν το καράβι που σε έφερε εδώ;
-πας καλά κορίτσι μου; θες να σε περάσουν όλοι οι ναύτες;
-ε χμ, όχι καλέ, από περιέργεια ρωτάω κ.ά τέτοια περιλάμβανε η κουβέντα τους
Η κοκκινοφουστίτσα με το που αντίκρισε από μακριά την βασίλισσα με την ακολουθία της έτρεξε προς το μέρος της και την αγκάλιασε κλαίγοντας, καλή μου Ισμήνη ευχαριστώ που ήρθες κόπιασε στο φτωχικό μου, ενώ ρίχνοντας μια άγρια ματιά στη Λικούλα της γρύλισε (είχε μάθει κάτι κι από τον αγαθολύκο τόσα χρόνια), εσύ να πας να κόψεις κανένα ξύλο και να βάλεις φωτιά στο φούρνο, να κεράσουμε κάτι στα παιδιά που είναι κουρασμένα, ενώ η Λικούλα βρίζοντας και κλωτσώντας το παγόνι έλεγε μες από τα δόντια της: εγώ φταίω που κάθομαι μαζί σας και σας νταντεύω και δεν πήγα να κάνω καριέρα στην πόλη, την τύχη μου μέσα...
Περνώντας στο σπίτι, που κάθε άλλο παρά φτωχικό ήταν - με τα αίθρια, τις μεγάλες γούρνες όπου έπαιρναν το μπάνιο τους οι κυρίες και άλλα κομφόρ που μόνο στο παλάτι έβλεπες - κάθισαν οι δυo τους δίπλα στο τζάκι, αρχικά η Ισμήνη παρατήρησε ότι είχε γεράσει απότομα (όχι ότι ήταν και παιδούλα, σίγουρα στο ληξιαρχείο είχε κλέψει καμιά 10αριά χρονάκια), αλλά η βασίλισσα χωρίς χρονοτριβή μια και βιαζόταν την ρώτησε:
-καταρχήν που είναι αυτός ο αγαθολύκος; κι έπειτα τι τρέχει; πάλι τσακωθήκατε;
-τον έστειλα να κυνηγήσει να φάμε τίποτα για να έχουμε την ησυχία μας, για αυτό τον άχρηστο σε φώναξα, μήπως και μου δώσεις κανένα γιατροσόφι ή καλή συμβουλή γιατί δεν αντέχεται πλέον...
-γιατί μαρή κοκκίνω (έτσι την φώναζε κατ' ιδίαν) τι έκανε πάλι ο βλαμμένος;
-αυτό είναι το θέμα μας, δεν κάνει τίποτα... όταν τον γνώρισα θα θυμάσαι ότι αρχικά με βίασε κι έφαγε την μάνα μου, ήταν ένα σκέτο κτήνος, για αυτό και τον αγάπησα που κακό χρόνο να έχει...
-μην καταριέσαι σου έχω πει, είναι ότι χειρότερο, σου γυρνάει πίσω
-καλά δεν καταριέμαι, αλλά με τον καιρό από κακός έγινε καλός, δεν άντεχε προφανώς να είμαστε δύο κακοί μαζί, ήταν κι αυτό το ζαβό το έκθετο που έσερνε από τον προηγούμενο βιασμό που είχε κάνει με την Λίσλη, να μη την χαιρετήσω για μάγισσα.
-Έλα, πλάκα κάνεις; δικό της είναι; και λέω κάτι μου θυμίζει αυτή η μύτη...
-έτσι, και μου έμεινε ο τριχωτός σκυλάκος που κάνει ότι του λέω (όχι απαραίτητα κακό), που ζηλεύει ακόμη και το παγόνι και που έχει να μου το κάνει εδώ και 3 εβδομάδες... έχω πέσει να πεθάνω σου λέω...
-και δεν μου έκοψε να φέρω παρέα τον Ραταρά να σε βοηθήσει λίγο στο τελευταίο θέμα σου...
-σε παρακαλώ Ισμήνη, δεν κάνω τέτοια εγώ...
-τι δεν κάνεις ρε κοκκίνω, θα ξεχάσω τότε με εκείνο τον βαρεμένο ζωγράφο που έφτιαχνε κάτι μάτια και δέντρα που χυνόντουσαν σα να είχαν πυρετό τα καημένα, τα έβλεπες και σκιαζόσουν, κι αυτός, με εκείνο το μουσάκι και το μάτι του τρελού, μα τι σου άρεσε;
-η τέχνη του, ο ο Ιλάντ ήταν σπουδαίος, κι είδες μετά θάνατο πόση αξία πήραν τα έργα του
-ναι η τέχνη του κι η έρμη του σου άρεσε...
-α να χαθείς Ισμήνη, τίποτα δεν είχαμε κάνει...
-ναι καλά, πλατωνικός έρωτας εσύ; που το μόνο πλατωνικό που ξέρεις είναι το σεξ με τον πλάτανο στο ποτάμι
-αν ήρθες να ρίξεις λάδι στη φωτιά κι όχι να βοηθήσεις άστο καλύτερα
-έχε χάρη που σου χρωστάω, τότε που με έσωσες (ας πούμε) από εκείνη την επίθεση των ληστών, που με το που είδαν την κόκκινη κοντή φουστίτσα σου όρμησαν και την γλύτωσα, αλήθεια τους πήρες όλους;
-ε σταμάτα τώρα, για καλό το έκανα, εξάλλου μόνο 6 ήταν, γρήγορα τους ξεπέταξα
-εντάξει, πάμε στο θέμα μας γιατί δεν έχω και πολύ χρόνο, πρέπει να επιστρέψω στα ρεμάλια και να πάμε στην μάγισσα μπας και μας σώσει με εκείνη την κότα που μιλάει και λέει τα μελλούμενα, έχω κι εγώ πολλά προβλήματα η βασίλισσα
-αυτό είναι ευκαιρία, πάρε κανένα μαντζούνι από τα καλά, εκείνα τα μπλε, από την Λίσλη μπας και γίνει τίποτα και δω κι εγώ χαρά, αν δεν γίνει κάτι γρήγορα την επόμενη φορά θα τον δεις βαλσαμωμένο πάνω από το τζάκι σου λέω
-να φεύγω καλύτερα κοκκίνω, κάποιο περίεργο προαίσθημα έχω με τα ρεμάλια πίσω, θα κάτσουμε για φαγητό στο γυρισμό, σε λίγες ημέρες με το καλό θα είμαι πάλι εδώ
-εντάξει Ισμήνη, καλό δρόμο και θα σε περιμένω
Το κοράκι (ο Αρτέμης) ερχόταν με πολύ φόρα προς τη βασίλισσα, το προαίσθημα δεν την είχε προδώσει για μια ακόμη φορά, η Ισμήνη φωνάζοντας στην ακολουθία της (και μη δίνοντας σημασία στα πλουμιστά φτερά που πετούσαν στον αέρα και την αναταραχή που επικρατούσε στην αυλή της κοκκινοφουστίτσας) πήρε το δρόμο προς το χωριό, ενώ το κοράκι στον ώμο της έλεγε τα καθέκαστα.










