Ωραίο σαββατοκύριακο που ήταν αυτό που πέρασε. Σχεδόν ξαφνικά Σάββατο πρωί μου την έδωσε και έφυγα για Εύβοια. Λίγο ο καιρός που ήταν πιο και από Ανοιξιάτικος, λίγο η κακή διάθεση των 2 τελευταίων εβδομάδων, λίγο η παρέλαση που θα έκανε για πρώτη φορά η βαφτιστήρα μου όλα συνηγόρησαν στο να φύγω. Έφτασα λοιπόν γύρω στις 12.30. Ο ήλιος έκαιγε πραγματικά, η θάλασσα λάδι και τι καλύτερο με το που κατεβαίνω ένα τσιπουράκι παραθαλάσσιο; Ο κολλητός κι η κόρη του έφτασαν σε χρόνο dt κι όλα άρχισαν να φαίνονται όμορφα από εδώ και πέρα. Μετά από 2-3 τσιπουράκια και τη διάθεση στα ύψη συνεχίζουμε προς το σπίτι για το μεσημεριανό (σουπιές με τα χόρτα όπως το λεν), και αφού πίνουμε λίγο σπιτικό κρασάκι, λέμε να πάμε για ψάρεμα. Η θάλασσα όνειρο, εγώ στο ρόλο του καπετάνιου κι ο κολλητός να φτιάχνει δολώματα, αγκίστρια και όλα τα σχετικά. Εν μέσω διαφόρων ορολογιών ναυτικού (του στυλ: πήγαινε από σταβέντο όχι από … δε θυμάμαι τη λέξη – αλλά ήταν το ανάποδο σε κατεύθυνση τέλος πάντων) που με άφηναν από άναυδο έως κατουρημένο στα γέλια, φτάσαμε στο σημείο που έπρεπε: ήταν μεταξύ Ευβοίας και Αττικής (σε βάθος πάνω από 60 οργιές, αμ τι δε θα μάθαινα κάτι;) κι αρχίσαμε να πετάμε κάτι σαπισμένες σαρδέλες για να προσελκύσουμε τα κακόμοιρα τα ψαράκια… 3 χρόνια τώρα που το προσπαθώ, ένα κοκοβιό έχω πιάσει, όμως αυτή τη φορά είχα μεγάλη επιτυχία: έπιασα 3-4 μέτρια προς μεγάλα ψάρια διαφόρων ονομάτων (σιγά μην τα θυμάμαι, νόστιμα αποδείχθηκαν πάντως). Συνολικά καμιά 6-7αρια κιλά τα καταφέραμε με διάφορους τρόπους – επίσης μη θέλετε να περιγράψω τι ακριβώς ρίχναμε στο βυθό (όχι δυναμίτη, χλωρίνες και λοιπά ρυπογόνα πάντως). Ευτυχισμένος από την απόλυτη επιτυχία μου και ως ψαράς πήραμε το δρόμο της επιστροφής, ο καιρός είχε όμως άλλα σχέδια: έβγαλε ένα αεράκι ξαφνικό και το βαρκάκι άρχισε να κάνει βουτιές (μαζί και εγώ βρεγμένος σε αρκετά σημεία του σώματος και με ένα πρόβλημα στον κόκκυγα από τις αναταράξεις). Με τα πολλά κι αφού δε θαλασσοπνιγήκαμε βγήκαμε στο λιμανάκι, δέσαμε τη βάρκα και περιχαρείς πήγαμε κατά σπίτι μεριά. Έλα όμως που η διαστροφή κι η όρεξή μας είχαν άλλα σχέδια: μας ορέχτηκε να φάμε home made pizza. Θα αφήναμε τα ψάρια δια την αύριο να πηγαίνει και με την Εθνική μας εορτή. Στα γρήγορα κάναμε από ένα μπανάκι, ψωνίσαμε τα απαραίτητα κι αρχίσαμε την παρασκευή. Ένας το ζυμάρι ο άλλος το ψιλοκόψιμο των υλικών και την σάλτσα τα καταφέραμε με τα πολλά να την φουρνίσουμε. Όλα τα λεφτά όμως ήταν το τσιπουράκι με το μεζέ μπροστά από το τζάκι ενώ την περιμέναμε να γίνει. Κατανοητό γίνεται ότι με το που βγήκε δεν πρόλαβε να κρυώσει και αρχίσαμε να την τρώμε από το ταψί. Το μόνο της πρόβλημα ήταν που είχε μείνει λίγο «έφιλη» η σάλτσα – και για όποιον δεν ξέρει την λέξη σημαίνει αραιή στην τοπική διάλεκτο (δεν γνωρίζω την ορθογραφία καθόλου, ας με βοηθήσει όποιος την έχει ξανακούσει…). Αφού απολαύσαμε την ήττα (τους ρεζίληδες, μέρα που βρήκαμε να την φάμε από τους γειτόνους), μετά από καμιά 10αριά μπυρίτσες και τα στομάχια πρησμένα από το φαΐ είπαμε να ξαπλώσουμε, είχαμε και την παρέλαση την άλλη μέρα.
Νωρίς το πρωί (ε, καλά, όχι και τόσο νωρίς είχε πάει 10 με την καινούργια) κατηφορίσαμε προς την παρέλαση: όλο το χωριό με τα καλά του (εγώ με τζιν καθότι δεν είχα προβλέψει το καθώς πρέπει του θέματος), τα πιτσιρίκια χαρούμενα μες στις στολές τους, τα μεγαλύτερα να κάνουν χαβαλέ με καθηγητές, γονείς, γνωστούς – μια χαρούμενη ατμόσφαιρα γενικά. Η βαφτιστήρα μου άψογη με τη στολή της κατάφερε κι έχασε περί τα τρία μπαλόνια μέχρι να της δέσουμε το τελευταίο στο χέρι (με κίνδυνο να την σηκώσει στον αέρα λόγω έλλειψης βάρους). Είπαμε να κάτσουμε για ένα καφεδάκι αλλά το ήπιαμε τελικά σαν Ιταλοί γιατί είχαμε στο νου μας τη συνέχεια: μας περίμενε ψαρόσουπα σπίτι με όλα τα σχετικά συνοδευτικά. Στην παραλία ούτως ή άλλως δεν υπήρχε καρέκλα ούτε για δείγμα γιατί μετά την παρέλαση όλοι παίρνουν τα καμάρια τους και παραδοσιακά πάνε να ντερλικώσουν μέρα που είναι. Η βεράντα δεν μας κακόπεσε καθόλου όμως, με τον ήλιο να μας βαράει, τα γνωστά τσιπουράκια και μεζεδάκια (χταποδάκι στο κάρβουνο, κλπ) μέχρι να ετοιμαστεί το φαΐ να ανεβάζουν την διάθεση όλο και περισσότερο, όλα ήταν άψογα. Φάγαμε και για μεσημέρι και είπαμε να βγούμε μια βόλτα στην παραλία μιας και θα είχε κόψει η κίνηση στα μαγαζιά κι όλο και κάπου θα βρίσκαμε να καθίσουμε. Καταλήξαμε στο γνωστό ψαροφαγάδικο πίνοντας εκ νέου παρτίδες μπίρας (πρέπει να ήπιαμε συνολικά 2 άτομα καμιά 20αριά τουλάχιστον). Μετά συνεχίσαμε για χωριό ημιορεινό μιας κι ο κολλητός ήθελε κάνα παΐδι να αλλάξει τη γεύση βρε παιδί μου – όλο ψάρι δε λέει. Τελικά αφού φτάσαμε σε ημι – decadence ταβέρνα όπου όλα είχαν ποτίσει από τη μυρωδιά του αρνιού (το χειρότερό μου) τον έπεισα να πιούμε ένα καφεδάκι μιας και θα είχαμε και συνέχεια. Έτσι κι έγινε και είπαμε μετά να πάμε στον γνωστό λόφο με τις βυζαντινές εκκλησιές και την υπέροχη θέα όπου ηρεμεί ο νους οποιουδήποτε και όσο φορτωμένου κι αν είναι ανθρώπου. Το τέλειο ηλιοβασίλεμα, τύφλα να έχει αυτό της Σαντορίνης. Ακολούθως πήγαμε για ελαφριά και σύντομη ξεκούραση σπίτι και μετά πάλι φαγητό (τώρα που το σκέφτομαι 2 μέρες τις πέρασα τρώγοντας και πίνοντας) οικογενειακώς αυτή τη φορά σε περίπου δημιουργικής κουζίνας εστιατόριο. Τίποτα το ιδιαίτερο εκεί, αλλά με καλή παρέα παντού καλά είπαμε ότι είναι. Το καλύτερο όλων ήταν βέβαια οι συζητήσεις και το πόσο καλά νιώσαμε κι εγώ κι ο κολλητός μου. Όταν είμαστε μαζί είναι αυτή η αίσθηση ότι όλα πάνε καλά, τίποτα δεν μας αγγίζει, κάτι σαν να προστατεύει ο ένας τον άλλο. Είναι τελικά η φιλία ένα από τα σπουδαιότερα πράγματα που πρέπει να διαφυλάττουμε στη ζωή μας. Γιατί όλα μαζί τα παραπάνω χάνουν αν δεν γίνονται με τους κατάλληλους ανθρώπους: με κάποιον που θα καλούσαμε «απλά παρέα» θα ήταν συμπαθητικά, με τον άνθρωπο που αγαπάς πραγματικά γίνονται μοναδικά και χαράσσεται η κάθε στιγμή στη μνήμη. Με φορτωμένες τις μπαταρίες, είμαι έτοιμος για μια εβδομάδα που προβλέπεται καυτή σε πολλά επίπεδα, ελπίζω κι η δική μου κι η δική σας να είναι όπως την επιθυμούμε.
Να περνάτε καλά






